Το επαναστατικό κίνημα του 1854 στην περιοχή του Δομοκού


 

Το επαναστατικό κίνημα του 1854 στην περιοχή του Δομοκού


Γράφει ο Δημήτρης Καρέλης*


 Νέο επαναστατικό κίνημα εκδηλώθηκε το 1854 στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, όταν ο ελληνισμός πίστεψε πως είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. Μακεδονία, Ήπειρος και Θεσσαλία ξεσηκώθηκαν για την πολυπόθητη λευτεριά, που για κείνους δεν ήρθε με την Επανάσταση του 1821 και τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους, προσπάθησαν να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους και να ενωθούν με την ελεύθερη Ελλάδα. Τον αγώνα άρχισαν 300 Μακεδόνες με επικεφαλής το Θεόδωρο Ζιάκα. Έτσι απ’ τις πρώτες ημέρες του 1854 κηρύχτηκε η επανάσταση στην Ήπειρο και λίγο αργότερα ξαπλωνόταν με πολλή επιτυχία στη Θεσσαλία. Από το δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου συγκεντρώνονταν επαναστατικά σώματα στη Λαμία με σκοπό, μόλις θα δινόταν το σύνθημα, να εισβάλουν στη Θεσσαλία από το Δομοκό και τη Σούρπη.

Στις αρχές Φεβρουαρίου, υπό την καθοδήγηση του στρατηγού Χριστόδουλου Χατζηπέτρου, ένοπλοι κάτω από την ηγεσία επίλεκτων αξιωματικών του ελληνικού στρατού όπως οι Ράγκος, Στουρνάρας, Μπασδέκης και γνωστών Θεσσαλών ανταρτών, όπως οι Καταραχιάς, Ζητουνιάτης, Τζαμάλας, Φαρμάκης, Γριζάνος, Καραούλης, Παπακώστας, Βελέντζας, Θ. Ζιάκας και άλλοι, που είχαν συγκεντρωθεί από τα τέλη του 1853 στην περιοχή της Λαμίας, εισέβαλαν στη Θεσσαλία.

Την 15η Φεβρουαρίου 1854, στην Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος Αβαρίτσας, στη σημερινή Μελιταία Δομοκού, οι πρόκριτοι των χωρίων Αβαρίτσας και Νεοχωρίου, μαζί με τον Ηγούμενο της μονής Γρηγόριο, προσυπέγραψαν την προκήρυξη του επαναστατικού αγώνα κατά των Οθωμανών κατακτητών και δυναστών. Η προκήρυξη σώζεται σήμερα στο χώρο της μονής.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες των εφημερίδων, ο Ζιάκας, που βρίσκονταν στην περιοχή της Λαμίας, κέντρο της επαναστατικής κίνησης, περνάει κατά τις αρχές Φεβρουαρίου του 1854 τα ελληνοτουρκικά σύνορα επικεφαλής 700 οπλοφόρων και ενώνονται με τους επαναστάτες του Χριστόδουλου Χατζηπέτρου. Αφού κατέλαβε δύο χωριά της μεσημβρινής Θεσσαλίας, το Δαουκλί και το Ζαπάντι, στον Άγιο Γεώργιο Δομοκού, που είχαν σκοπό να τα καταλάβουν 350 Τουρκαλβανοί, τους αντιμετώπισε σε ολοήμερη μάχη και τους έτρεψε σε φυγή. Στη συνεχεία προχώρησε ΒΔ, προς την περιοχή της Καρδίτσας και των Αγράφων με σκοπό να την ξεσηκώσει κατά των Τούρκων.

Την οργάνωση και τον εφοδιασμό τους ανέλαβε ο μοίραρχος χωροφυλακής Λαμίας, Γεώργιος Κροκίδας, σε συνεννόηση με τον υπουργό στρατιωτικών Σκαρλάτο Σούτσο. Οι κάτοικοι της Θεσσαλίας, δέχονταν με χαρά τους επαναστάτες, συμμετέχοντας με κάθε τρόπο στον κοινό αγώνα. Τους επαναστάτες ενίσχυσε το Σώμα τον Ολυμπίων και το Φεβρουάριο του 1854 κατέλαβαν το χωριό Καΐτσα. Στις 16 Φεβρουαρίου 1854, ο οπλαρχηγός Γεώργιος Καταραχιάς εισέβαλε από το παραμεθόριο χωριό Ασβέστης στο τουρκικό έδαφος, έδιωξε την αλβανική φρουρά από 17 άντρες που υπήρχε στο χωριό Μακρυρράχη (Καΐτσα) και κατέβηκε στο θεσσαλικό κάμπο. Άλλοι οπλαρχηγοί κατέλαβαν χωριά του Δομοκού κι έφθασαν στις θεσσαλικές περιοχές (Δρανίστα, Σμόκοβο, Ανάβρα κ.ά.), όπου ύψωσαν την επαναστατική σημαία και προκάλεσαν ρίγη συγκίνησης και ενθουσιασμού στον υπόδουλο λαό.

Στις 19 Φεβρουαρίου 1854 έγινε σφοδρή μάχη στη Χιλιαδού (Φιλιαδώνα) μεταξύ των τμημάτων από 400 άντρες, των οπλαρχηγών Θ. Δυοβουνιώτη, Ι. Καραχάλιου και Π. Διστομίτη και της από 30-40 ανδρών Αλβανικής φρουράς και 70 Τούρκους στρατιώτες, τμήματος που προσέτρεξε σε βοήθεια. Οι Τούρκοι ηττήθηκαν και αποσύρθηκαν προς τα Φάρσαλα αφήνοντας πίσω νεκρούς. Οι ίδιοι επαναστάτες με την συμπαράσταση πολλών από τους κατοίκους συνήψαν νέα μάχη στη θέση «Σάββα Βρύση», κοντά στο Νεοχώρι Δομοκού εναντίον άλλων Τουρκαλβανών που έρχονταν από τον Αλμυρό. Ο Ηπειρώτης Κώτσιος Καλλουτζής με τους άντρες του, κατέλαβε τον Παλαμά Δομοκού και σ’ αυτό λίγο αργότερα συγκρότησε ο Ευάγγελος Χορμόβας, το από 300 περίπου Βορειοηπειρώτες «Σώμα Δήμου Λιούλια ».

Οι αγωνιστές Αναγνώστης Ζητουνιάτης και Ευθύμιος Τσιμίδης κατέλαβαν την Ανάβρα (Γούρα) στις 19 Φεβρουαρίου και στη συνέχεια, στις 21 Φεβρουαρίου, τη Σκοπιά (Ταμπακλί), τη Μαντασιά και τη Σχισμάδα (Καραχασάν). Ακόμη, κατέλαβαν στις 12 Μαρτίου τη Μελιταία (Αβαρίτσα) και τις Καρυές (Αλήφακα). Οι Τούρκοι βλέποντας τον κίνδυνο που προερχόταν από τους επαναστάτες, οχυρώνονται στο Δομοκό, την Ομβριακή, τα Φάρσαλα, τον Αλμυρό, τη Λάρισα κ.ά.

Στο Δομοκό μάλιστα κατέφθασε και ο δερβέναγας Σουλεϊμάν μπέης Φράσαρης με πολλούς Τουρκαλβανούς και 400 νιζάμηδες από τον Αλμυρό. Ο Ευάγγελος Κοντογιάννης με 500 άντρες, ο Λεωνίδας Τράκας με 300 άντρες, ο Σιαφάκας με 350 άντρες, ο Ευάγγελος Μπαλατσός και άλλοι, ανάγκασαν τους Τούρκους της Ομβριακής ν’ αποσυρθούν στο Δομοκό.

Οι ίδιοι πολιόρκησαν με την συνδρομή του υπασπιστή του Όθωνα Χριστόδουλου Χατζηπέτρου και το Δομοκό στις 28 Μαρτίου, μέσα στον οποίο ήταν 1.800 Τουρκαλβανοί με 600 τουρκικές οικογένειες και λίγες χριστιανικές.

Η προσέλευση στη συνέχεια των αντρών του Καλαμάρα-Τσουκαλά, του Ιωάννη Φαρμάκη με 200 άντρες από τη Ναύπακτο, του Γιουρούκου με 300 άντρες από την Κόρινθο, του Πλαστήρα και του Κασβίκη με Ευρυτάνες και άλλων, ενίσχυσε τους πολιορκητές επαναστάτες.

Στις 10 Απριλίου, Μεγάλο Σάββατο, με αφορμή την αρπαγή μερικών προβάτων στο Πουρνάρι έγινε επτάωρη μάχη κοντά στο Δομοκό χωρίς όμως αποτέλεσμα, λόγω έλλειψης γενικότερου στρατηγικού σχεδίου και κακού συντονισμού των επαναστατικών δυνάμεων. Στις 13 Απριλίου κατέφθασαν 1.000 επαναστάτες με αρχηγό το συνταγματάρχη Παπακώστα Τζαμάλα από τον Αλμυρό για ενίσχυση. Στις 14 Απριλίου όμως, εμφανίστηκαν ερχόμενα από την Καρδίτσα, τουρκικά στρατεύματα από 4.200 άντρες, με ιππείς, άτακτα σώματα και με 4 κανόνια κατευθυνόμενα προς το Θαυμακό (Σκάρμιτσα), με αρχηγό το Ζεϊνέλ πασά και το Νουρεντίν πασά. Στο Θαυμακό ήταν οχυρωμένος ο Ευάγγελος Κοντογιάννης με 1.000 άντρες. Εκεί έλαβε χώρα άμεση σύγκρουση και έγινε φονική μάχη που κράτησε μέχρι αργά το βράδυ. Οι Τούρκοι έκαναν τρεις επιθέσεις (γιουρούσια), έριξαν 530 βολές πυροβολικού, αλλά στο τέλος δεν κατόρθωσαν να κάμψουν τους ηρωικούς άντρες του Κοντογιάννη και αφήνοντας 250-300 άντρες τους νεκρούς, αποσύρθηκαν για την επόμενη μέρα.

Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν και 200 Έλληνες, μεταξύ τους ο λοχαγός Ιωάννης Μπαϊρακτάρης, του Τάγματος της Οροφυλακής, ο Ντούζος, ο Παπαγγέλης, δυο αδελφοί Μασουρόπουλοι και τρία εξαδέλφια από τη Ναύπακτο. Τη νύχτα εκείνη όμως ο Ευάγγελος Κοντογιάννης, αναμετρώντας τις δυνάμεις του, βλέποντας την έλλειψη εφοδίων και την κόπωση των αντρών του, την εγκατάλειψη της πολιορκίας του Δομοκού από τους άλλους επαναστάτες προς την ανατολική και νότια πλευρά της πόλης και επί πλέον τον κίνδυνο εγκλωβισμού του, αναγκάστηκε να διατάξει υποχώρηση των αντρών του προς τα δυτικά, εγκαταλείποντας κατ’ ανάγκη το ένδοξο πεδίο της μάχης. Το ίδιο είχαν κάνει και οι άλλοι οπλαρχηγοί, λίγο νωρίτερα, ίσως γιατί νόμισαν ότι οι υπό τον Κοντογιάννη επαναστάτες είχαν αποδεκατισθεί.

Οι οπλαρχηγοί  Νάκος Πανουριάς, Παπακώστας Τζαμάλας, Βαγγέλης Μπαλατσός, Κωνσταντίνος Δυοβουνιώτης και Ιωάννης Σιαφάκας, είχαν στρατοπεδεύσει στο Ζαπάντι του Δομοκού, απ’ όπου διεύθυναν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Από το Ζαπάντι, έστειλαν επιστολή, την 15η Απριλίου 1854, προς τον Ηλία Παπαηλιόπουλο, πολιτικό, Νομάρχη και μετέπειτα βουλευτή Παρνασσίδος, που βρισκόταν στην ελεύθερη Λαμία, διαμαρτυρόμενοι για την μεγάλη καθυστέρηση της επισιτιστικής βοήθειας του μαχόμενου στρατεύματος, που τους είχαν υποσχεθεί, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αι αρχαί, ξηρούς μόνον λόγους και υποσχέσεις δίδωσιν»..

Η επιστολή κατέληγε με δραματικούς τόνους: «Φροντίσατε αδελφέ, κατεσπευσμένως περί τής όσον δύνασθε ταχύτερον αποστολής τροφών, διότι, βεβαιώσατε απάσας αυτόθε τας αρχάς, ότι αν αύριον μέχρι μεσημβρίας το πολύ μέχρι εσπέρας δεν φθάσωσι τροφάς, στρατός μας όλος διαλύεται, ούτε δυνάμεθα πλέον προθύμως να εύρωμεν αυτούς άλλους στρατιώτας με τοιαύτα προηγούμενα. Σπεύσατε να διακοινώσετε ταύτα όπου δει, να τους εκθέσητε την μεγίστην σπουδαιότητα του πράγματος, και ότι βεβαίως ημείς δεν θέλομεν είστε υπεύθυνοι δια την βεβαίαν σχεδόν διάλυσιν και έλλειψιν τροφών του στρατού». Η βοήθεια που ζητούσαν, δεν έφτασε ποτέ…

Η αποτυχία της πολιορκίας για κατάληψη του Δομοκού είχε δυσμενείς συνέπειες στην περαιτέρω πορεία της επαναστάσεως. Αυτή ήταν η τελευταία μάχη στην περιοχή.  Δυστυχώς όλες οι θυσίες των αγωνιστών της επαναστάσεως του 1854 ήταν μάταιες. Οι συγκρούσεις με τις τουρκικές φρουρές συνεχίστηκαν στο Φανάρι, στο Βόλο, στα Φάρσαλα και στις 9 Μαΐου η νίκη των Ελλήνων στην Καλαμπάκα, εναντίον ισχυρής τουρκικής δύναμης τρόμαξε τους «φίλους» Άγγλους και Γάλλους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να αποδοκιμάσει τον απελευθερωτικό αγώνα. Μετά την αποτυχία της πολιορκίας του Δομοκού στις 23 Απριλίου 1854,  «Οι επιστρέφοντες εκ της αποτυχούσης πολιορκίας Δομοκού, επώλουν τα όπλα των αντί τεμαχίου άρτου και αι εκ του Οθωμανικού καταφθάσασαι οικογένειαι περί τους 2000 περιεφέροντο ρακένδυτοι και ζητούσαι ελεημοσύνην υπόβοσκε δε ο κίνδυνος να μετατραπούν  όλοι ούτοι εις ληστρικόν κύμα λόγω πείνης. Διάφοροι οπλαρχηγοί διέμεινον μετά 2000 ανδρών εις το χωρίον Ασβέστης (Παλιασβέστης) άνωθεν Μακρακώμης Λαμίας απρακτούντες.» (Δ. Κουτρούμπας).

Δυστυχώς, για μια ακόμη φορά, οι θυσίες του ελληνικού στρατού και των επαναστατών πήγαν χαμένες για εξωγενείς λόγους. Οι μεγάλες δυνάμεις που ήταν με το μέρος του «γίγαντα με τα πήλινα πόδια», όπως αποκαλούνταν η παραπαίουσα Οθωμανική αυτοκρατορία, αφού έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για την παρεμπόδιση εφοδιασμού του ελληνικού στρατού, κατέλαβαν εκφοβιστικά τον Πειραιά. Η κατοχή του Πειραιά από τους Αγγλογάλλους και τα άλλα πολιτικά-διπλωματικά γεγονότα προκάλεσαν τελικά την καταστολή του αγώνα του 1854. Έτσι ο υπουργός των στρατιωτικών, Μαυροκορδάτος, αναγκάστηκε να ανακαλέσει όλους τους αξιωματικούς του στρατού από τη Θεσσαλία διατάσσοντας τη διακοπή βοήθειας προς τους επαναστάτες. Συγχρόνως ο Όθων εξαναγκάστηκε να υπογράψει διακήρυξη ουδετερότητας και την αποκήρυξη της επανάστασης στις 12/5/1854.

Η Αγγλογαλλική κατοχή συνεχίστηκε ως το 1857, ενώ ο πόλεμος είχε λήξει με τη συνθήκη ειρήνης του Παρισιού (Μάρτιος 1856).

Η αποτυχία της επανάστασης, που οφειλόταν στην ξενική κατοχή, ακολουθήθηκε από βιαιοπραγίες του τουρκικού όχλου εις βάρος των Χριστιανών των μεγάλων αστικών και μη κέντρων της Θεσσαλίας. Οπωσδήποτε όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι ο απελευθερωτικός εκείνος αγώνας, έστω και αν απέτυχε, έγινε με πολύ ενθουσιασμό και είχε πάρα πολλά θετικά αποτελέσματα.

  

*Δημήτρης Β. Καρέλης

Συγγραφέας -Αρθρογράφος - Πολιτισμολόγος,

Πτυχιούχος του τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό

της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ.

karelisdimitris@gmail.com

 © Copyright, 2021.


Βιβλιογραφία:

Καρέλης, Δημήτρης, «Η γη που γεννήθηκε ο Έλληνας: Η ιστορία της Βόρειας Φθιώτιδας και του Δομοκού», Δομοκός, 2013.

Κουτρούμπας Γ.Δ., «Η Επανάστασις του 1854 και αι εν Θεσσαλία ιδία επιχειρήσεις», Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Αθήνα, 1976.

Λάππας, Τάκης, Άγνωστα χαρτιά για την  Θεσσαλική Επανάσταση του 1854, Αθήνα, 1966.

Ανάτυπον, Θεσσαλικά Χρονικά (Αφιέρωμα στο 1821), τόμος 10ος, Αθήναι, 1971.

Δ. Απέργη - Κ. Έμμανουήλ και Σία Ο.Ε., Νέα γενική ιστορία των Ελλήνων, Τόμοι 11ος και 12ος.

 

 

*Δημήτρης Β. Καρέλης



Συγγραφέας -Αρθρογράφος - Πολιτισμολόγος,

Πτυχιούχος του τμήματος Σπουδών στον Ελληνικό Πολιτισμό

της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΑΠ.

Copyright © 2022 - All Rights Reserved 

 

#buttons=(Ok, Go it!) #days=(20)

Our website uses cookies to enhance your experience. Learn more
Ok, Go it!