Δημήτρης Καρέλης: «Τα ιερά και υψωμένα δέντρα του χωριού μας»


 

Τα ιερά και υψωμένα δέντρα του χωριού μας

Χρονογράφημα

Ιχνογραφεί ο Δημήτρης Καρέλης


Στο λαϊκό καλαντάρι του τόπου μας υπάρχουν μυριάδες μύθοι, δοξασίες και παραδόσεις, υφασμένες με το νήμα της πίστης και τις λεπτές κλωστές της ανθρώπινης μοίρας. Από τα χρόνια τα παλιά, τότε που ο μεγαλοφυής Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Αλκμάν, ο Στησίχορος, ο Επίχαρμος κι άλλοι πολλοί λάτρεις του λόγου και του στοχασμού χάραζαν τα έπη τους στις μνήμες των ανθρώπων, σαν μαύρο μελάνι πάνω σε λευκό χαρτί.

Τέτοια αρχίζω να σκέφτομαι, ακουμπισμένος στην πέτρινη βρύση, στον Υψωμένο Πλάτανο του Αϊ-Γιώργη. Τη φτιάξαμε πολλά χρόνια πριν, μα νερό δεν είδε ακόμη η κούπα της. Με θολό βλέμμα, είναι η αλήθεια, κοιτάζω τούτο το ιερό τοπόσημο, που έχει αφεθεί πια στο έλεος του χρόνου, του καιρού και των… φωτοβολταϊκών.

Γυρίζω ασυναίσθητα πολλά-πολλά χρόνια πίσω, τότε που μικρό παιδάκι ερχόμουν εδώ με τον παππού μου, για να σαλαγήσω τα πρόβατα στο άρμεγμα. Εδώ είχαν στρούγκα και τσαρδάκι ο παππούς και τα τρία αδέρφια του, μ’ ένα κοπάδι πάνω από πεντακόσια πρόβατα όλοι μαζί. Δίπλα οι κουρίτες για να πιουν νερό τα ζωντανά, παραδίπλα η αλαταριά για να αρμυρίσουν τα πρόβατα, αλλά και το μπατζαριό για την επεξεργασία του γάλακτος, όταν αυτό δεν πήγαινε στον γαλατά.

Εκεί, κάτω από τον δασύ ίσκιο του ιερού μεγαπλάτανου, άκουσα για πρώτη φορά από τον παππού την ιστορία με το «ύψωμα» ή «βούλωμα» των δέντρων. Μέσα από τον απλό, αφηγηματικό και μεστό λόγο εκείνων των ανθρώπων της βιοπάλης και του μόχθου, κοινώνησα τη βαθιά αλληγορία της πίστης.

Τα δέντρα τούτα οι άνθρωποι τα σέβονταν. Τα θεωρούσαν ιερά και τα πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Ούτε κλαράκι δεν άφηναν να τους πειράξεις. Κι όχι άδικα. Οι άνθρωποι τα είχαν ανάγκη κάθε φορά που ένα μεγάλο κακό έπεφτε στον τόπο τους. Όταν ένα θανατικό, μια μεγάλη επιδημία, μια θανατηφόρα αρρώστια στα ζωντανά ή μια παρατεταμένη ξηρασία —και, ως συνέπεια όλων αυτών, ένας μέγας λιμός— έπλητταν τον τόπο, η μόνη διέξοδος ήταν το «ύψωμα των δέντρων»: μια λατρευτική συνήθεια γνωστή σε αρκετά μέρη, που οι απαρχές της χάνονται στους μυθικούς χρόνους.

Τα χωριά που ήταν «σταυρωμένα» δεν πάθαιναν μεγάλη αρρώστια. Τα δέντρα δεν επιλέγονταν τυχαία, αλλά με γεωγραφικό προσανατολισμό, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Δεν υπήρχε σαφής προτίμηση στο είδος του δέντρου, παρότι από τα αρχαία χρόνια υπήρχε μια ιδιαίτερη ροπή προς τις ιερές βελανιδιές και τα πλατάνια. Μπορούσαν, ωστόσο, να είναι και καρυδιές, καστανιές, πουρναριές, ασκαμιές ή γκορτσιές.

Την προηγούμενη βραδιά έκαναν αγρυπνία στην εκκλησία. Το πρωί διάβαζαν λειτουργία κι ύστερα έβγαζαν τις μεγάλες εικόνες της εκκλησιάς και, με ψαλμωδίες, έκαναν τον γύρο έξω από το χωριό. Μόλις συναντούσαν το δέντρο, ο παπάς έκοβε με ένα μαχαιράκι ένα μικρό κομμάτι από τον κορμό και έβαζε μέσα ένα αντίδωρο ή ένα κομμάτι από «ύψωση». Έπειτα ξανατοποθετούσε το κομμάτι του ξύλου και βούλωνε την τρύπα με αγνό μελισσοκέρι. Πολλές φορές χάραζαν ή κάρφωναν έναν σιδερένιο σταυρό στον φλοιό του, σημάδι που δήλωνε την ιερότητά του στους περαστικούς.

Όταν ο κύκλος έκλεινε, ο κόσμος γύριζε στα σπίτια του, σίγουρος πως αργά ή γρήγορα το κακό θα σταματούσε. Κι η πίστη του δεν λάθευε ποτέ• έτσι γινόταν.

Τούτα τα ιερά, «υψωμένα» ή «βουλωμένα» δέντρα ήταν οι φυσικοί και, ταυτόχρονα, οι μαγικοί προστάτες του τόπου. Μόλις ένα δέντρο «υψωνόταν», η προστασία του από την κοινότητα γινόταν απόλυτη. Απαγορευόταν ρητά να κοπεί, να αφαιρεθούν τα κλαδιά του ή ακόμη και να μαζέψει κανείς τα πεσμένα ξύλα του για καύση.

Η λαϊκή μνήμη επιφύλασσε τρομερές προλήψεις για τους παραβάτες. Πίστευαν ότι όποιος τολμούσε να ταράξει την ησυχία του δέντρου θα αρρώσταινε βαριά, θα τρελαινόταν, θα πέθαινε ο ίδιος ή θα ξεκληριζόταν η οικογένειά του.

Στο χωριό μου, τον Άγιο Γεώργιο, τα «υψωμένα» δέντρα ήταν ο Υψωμένος Πλάτανος στα δυτικά, ένας ακόμη πλάτανος στα νότια, η μεγάλη βελανιδιά της Αγίας Παρασκευής στα ανατολικά και μια μεγάλη γκορτσιά στα βόρεια του χωριού.

Θυμάμαι με δέος πως, κάποια χρόνια αργότερα, όταν σκάλιζα τη μεγάλη κουφάλα του θαλερού αιωνόβιου πλατάνου, με την ελπίδα πως θα μπορούσαμε να στήσουμε εκεί ένα μικρό, ευλαβικό εκκλησάκι, ανακάλυψα ανάμεσα στα ξερόφυλλα και το κοπρισμένο χώμα έναν μεταλλικό σταυρό, μεγέθους περίπου 30 x 30 εκατοστών. Ήταν απομεινάρι εκείνων των χριστιανικών τελετουργιών, με τις πανάρχαιες αρχαιοελληνικές ρίζες.

Μαγεμένος από την ανακάλυψη, και γνωρίζοντας πως ο Πατροκοσμάς, ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, είχε φτάσει στις παρυφές του τόπου μας, ήρθε και φώλιασε στην καρδιά μου η κρυφή ελπίδα πως ίσως ετούτος ο ευσεβής Άγιος ευθυνόταν για τον σταυρό στον Υψωμένο γεροπλάτανο.

Ήξερα πως ο Κοσμάς ο Αιτωλός μιλούσε στους συγκεντρωμένους κατοίκους κάτω από μεγάλες, αιωνόβιες βελανιδιές ή πλατάνια. Στο τέλος της διδαχής του συνήθιζε να κατασκευάζει ή να ζητά από τον τοπικό σιδερά έναν σταυρό. Τον κάρφωνε ψηλά στον κορμό του δέντρου, «υψώνοντάς» το με την προσευχή του, για να προστατεύσει το χωριό από επιδρομές ή θανατηφόρες ασθένειες.

Τούτα τα λίγα σκεφτόμουν, έχοντας κατά νου διάφορα ακόμη, μα με πίκρα επανήλθα στο παρόν, αντικρίζοντας δεκάδες σπασμένα κλαδιά, καλώδια και υλικά φωτοβολταϊκών από τις γειτονικές κατασκευές να ρημάζουν το τοπίο γύρω από το ιερό και αγέρωχο πλατάνι.

Άλλοι καιροί, άλλα ήθη…


*Δημήτρης Β. Καρέλης

Δημόσιος Ιστορικός  (Master of Arts in Public History)

Πολιτισμολόγος με ειδίκευση στον Ελληνικό Πολιτισμό

Συγγραφέας - Αρθρογράφος

Copyright © 2026 - All Rights Reserved 





#buttons=(Ok, Go it!) #days=(20)

Our website uses cookies to enhance your experience. Learn more
Ok, Go it!