Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το κλαρίνο

Το κλαρίνο, το γνωστό σ’ όλους λαϊκό μουσικό όργανο, εμφανίζεται στην Ελλάδα γύρω στα 1835. Στην δυτική Ευρώπη είναι γνωστό ως κλαρινέτο (ή ευθύαυλος) και είναι πνευστό μουσικό όργανο που στη σημερινή του μορφή εμφανίστηκε το 19ο αιώνα ως εξέλιξη ενός παλαιότερου λαϊκού οργάνου που λεγόταν chalumeau (που σημαίνει "κάλαμος") ή zambogne. Βασικό σταθμό αποτελεί η προσθήκη από το Γερμανό Γιόχαν Κρίστοφ Ντέννερ του κλειδιού δίπλα στην πίσω οπή του οργάνου (στα Ελληνικά λέγεται και "ψυχή").
Κατέχει σήμερα βασική θέση στη συμφωνική ορχήστρα, και ανήκει στην κατηγορία των ξύλινων πνευστών. Πολύ σύνηθες είναι το κλαρινέτο και ως μέλος ορχηστρών της τζαζ.
Στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές χώρες των Βαλκανίων, αποτελεί ένα από τα βασικά όργανα της παραδοσιακής μουσικής. Δεν είναι απολύτως σίγουρο το πώς το κλαρίνο διαδόθηκε στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας άλλα παλαιότερα όργανα όπως η φλογέρα και ο ζουρνάς.
Το πιθανότερο είναι ότι προήλθε από τη διαδικασία εκσυγχρονισμού των μουσικών του τουρκικού στρατού στις αρχές του 19ου αιώνα, οι οποίοι μεταξύ άλλων υιοθέτησαν και το κλαρίνο. Κατά μια απλούστερη εκδοχή, το κλαρίνο πέρασε στους Έλληνες από τους Τούρκους ή τουρκόγυφτους περιοδεύοντες μουσικούς, οι οποίοι το έφεραν από την Ευρώπη τον καιρό της τουρκοκρατίας. Είναι πασίγνωστο το ειδικό βάρος που έχει το κλαρίνο στη Ελληνική δημοτική μουσική.
Πρωτοεμφανίζεται στη βόρεια Ελλάδα, την Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία και διαδόθηκε σε όλες τις γωνιές της χώρας, ιδιαίτερα δε στην Πελοπόννησο, στη Στερεά, στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, χωρίς να λείπει και από την υπόλοιπη επικράτεια. Μαζί, αρχικά με το βιολί και το λαούτο και αργότερα και με το σαντούρι, αποτελούν την κομπανία, το κατεξοχήν λαϊκό μουσικό σχήμα πού αντικαθιστά σιγά-σιγά την πατροπαράδοτη ζύγια νταούλι-ζουρνά. 
Το κλαρίνο διαδόθηκε εύκολα, λόγω της απόδοσής του και ίσως λόγω και της επιρροής του ως ένα μοντέρνο όργανο κατ' ευθείαν από τις συμφωνικές ορχήστρες της Δύσης.
Σίγουρα όμως το κλαρίνο επικράτησε κυρίως λόγω των μεγάλων του μουσικών ικανοτήτων και του τόσο ταιριαστού στην Ελληνική μουσική ήχου του, που οι Έλληνες αγάπησαν αμέσως. Η έκτασή το διαχωρίζει σαφώς από τα απλούστερα παρόμοια όργανα, όπως η φλογέρα και το σουραύλι, που έχουν σαφώς μικρότερες δυνατότητες. Η "άλωση" της δημοτικής μουσικής από το κλαρίνο ήταν τόσο καθολική, που σήμερα για τους περισσότερους Έλληνες είναι αδιανόητη η αποσύνδεσή της από αυτό.
Οι Έλληνες οργανοπαίκτες εξέλιξαν την τεχνική του παιξίματος του οργάνου. Η εξέλιξη αυτή ήταν σταδιακή και έχει σήμερα κλείσει έναν πολύ μεγάλο κύκλο, καταλήγοντας σε έναν χαρακτηριστικό και εύκολα αναγνωρίσιμο ήχο, σε ότι αφορά την παραδοσιακή μουσική μας. Η καταγεγραμμένη από τις αρχές του αιώνα δεξιοτεχνία στο παίξιμο του κλαρίνου μαρτυρούν αυτήν την εξέλιξη, ενώ η διάδοσή του είναι ακόμα εξαιρετικά μεγάλη, ακόμα και εκτός της παραδοσιακής Ελληνικής μουσικής.
Το κλαρίνο αποτελεί τον τελευταίο μεγάλο σταθμό στην πορεία της οργανικής μουσικής στα νεοελληνικά αερόφωνα.
Έχει επίμηκες σωληνωτό σχήμα, ενώ στο σώμα του διακρίνονται έξι βασικές οπές μπροστά και μία οπή στην πίσω πλευρά, μοιάζοντας οπτικά με φλογέρα και άλλα αντίστοιχα πνευστά μουσικά όργανα. Επιπλέον όμως, το κλαρινέτο έχει και μια σειρά από μεταλλικά κλειδιά που καλύπτουν ή αποκαλύπτουν άλλες οπές στο σώμα του. Ο ήχος του κλαρινέτου προέρχεται από το παλλόμενο επιγλωσσίδιο που βρίσκεται τοποθετημένο στο επιστόμιο στην κορυφή του οργάνου, και στο οποίο στερεώνεται μέσω του σφιγκτήρα. Πρωταρχικό ρόλο στην τεχνική του κλαρίνου  παίζει το φύσημα. Με την ανάλογη πίεση στο καλάμι του επιστόμιου του οργάνου ανεβαίνει ή κατεβαίνει το τονικό ύψος κάθε φθόγγου, ενώ το «γλίστρημα» των φθόγγων (κλισάντο) μπορεί να γίνει και με το φύσημα και με τα δάκτυλα.
Τα κλαρίνα πού χρησιμοποιούν σήμερα οι λαϊκοί οργανοπαίκτες είναι συνήθως σε σιμπεμόλ (= σι ύφεση) ή λα κυρίως. Στη Θράκη παίζουν με σολ. Παλιότερα όμως έπαιζαν κλαρίνα με ντο λόγω της έντασης και της οξύτητας του ήχου που έχουν (δυνατά και πρίμα). Την ονομασία αυτή την παίρνουν από την οξύτητα του ήχου (δηλ. ποια νότα ακούμε) όταν στο κλαρίνο παίζουμε το ντο.
Το κλαρίνο αναγνωρίζεται ως εθνικό όργανο, και στα χέρια άξιων μουσικών γίνεται το κατεξοχήν εκφραστικό μουσικό όργανο στην ηπειρωτική Ελλάδα.
Με το κλαρίνο η δημοτική μελωδία ζει μια νέα λαμπερή περίοδο στον τομέα της οργανικής μουσικής. Γιατί ό,τι κυρίως χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, δεν είναι ή δημιουργία νέων μελωδιών, αλλά ή επεξεργασία των παλιών. Και στον τομέα αυτόν ο ρόλος του κλαρίνου στάθηκε αποφασιστικός.
 Το κλαρίνο αποτελεί έναν από τους αντιπροσωπευτικούς συντελεστές και μαζί φορείς του πνεύματος πού χαρακτηρίζει το δημοτικό τραγούδι στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια.

 Πηγές :
  • Εγκυκλοπαίδεια λαϊκών μουσικών οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη.
  • Βαγγελάκης Απόστολος, Η τεχνική του παραδοσιακού κλαρίνου, εκδ. Fagotto, Αθήνα 2006, σελ. 98.
  • Μαζαράκη Δέσποινα, Το λαϊκό κλαρίνο στην Ελλάδα: Με είκοσι μουσικά παραδείγματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1985, σελ. 152.

ΟΘΡΥΣ-ΝΕΤ

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τα 10 μεγαλύτερα ποτάμια της Ελλάδας

Αλιάκμονας
Βρίσκεται στη Δ. Μακεδονία και είναι ο μεγαλύτερος ποταμός της Ελλάδας με μήκος 297 χλμ. και βρίσκεται ολόκληρος σε ελληνικό έδαφος. Οι άλλοι μεγάλοι ποταμοί (Έβρος, Νέστος και Αξιός) πηγάζουν σε ξένα εδάφη. Το όνομά του είναι σύνθετο και προέρχεται από το άλς (άλας, θάλασσα) και από το άκμων (αμόνι). Μια αρχαία παράδοση λέει ότι όσα πρόβατα έπιναν νερό από τον Αλιάκμονα άλλαζαν χρώμα και γίνονταν λευκά. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από μια καταγραφή του Λατίνου συγγραφέα Πλινίου (23-79 μ.Χ.), που μεταφρασμένη από τα λατινικά, λέει: «Επίσης στη Μακεδονία, όσοι θέλουν να έχουν πρόβατα άσπρα πηγαίνουν στον Αλιάκμονα, όσοι δε μαύρα στον Αξιόν». Ο Αλιάκμονας, πριν γίνει το φράγμα της εκτροπής του (δεκαετία του 1950), δεν είχε σταθερή κοίτη. Συχνά πλημμύριζε και σχημάτιζε εκτεταμένα έλη. Ο ποταμός πηγάζει από τα βουνά Βέρνο, Γράμμο και Βόιο, στα σύνορα της χώρας με την Αλβανία, και εκβάλλει στο Θερμαϊκό κόλπο μεταξύ της Θεσσαλονίκης και της Κατερίνης. Σχεδόν σε όλο…

Κάστρο Πελασγίας (αρχ. Λάρισα Κρεμαστή) (Πελασγία)

Περιγραφή:
Σώζεται οχυρωματικός περίβολος πάχους 2,50 - 2,90 μ., που ταυτίζεται με την ακρόπολη της αρχαίας πόλης των Φθιωτών Αχαιών, Λάρισας Κρεμαστής. Είναι οικοδομημένος κατά το τραπεζιόσχημο και ισοδομικό σύστημα τοιχοποιΐας, χρονολογείται στον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ., και φέρει ανά διαστήματα πύργους, τρεις πύλες και μία πυλίδα (πλάτους 1,36 μ.).
Υπηρεσιακή Μονάδα: ΙΔ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Τ.Κ. 35013, Πελασγία (Νομός Φθιώτιδος)

Τηλέφωνο: +30 22310 29992
Φαξ: +30 22310 46106
Email: protocol@idepka.culture.gr


Πηγή



-->

Η Μονή Ελεούσης Ξυνιάδος Δομοκού, εόρτασε την εύρεση της Ιεράς Εικόνος

Την εύρεση της θαυματουργού Εικόνος της Παναγίας Ελεούσης στην ομώνυμη Ιερά Μονή της Ξυνιάδος εόρτασε η Ιερά Μητρόπολη μας κατά το διήμερο 20 και 21 Ιουνίου με κάθε λαμπρότητα και τη συμμετοχή χιλιάδων προσκυνητών από την Θεσσαλία και άλλα διαμερίσματα της Ελλάδος, οι οποίοι ιδιαιτέρως ευλαβούνται την Παναγία Ελεούσα. Ο φετινός εορτασμός πραγματοποιήθηκε με την παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Θηβαΐδος κ. Πορφυρίου και του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου. Την παραμονή της εορτής τελέσθηκε Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός στον οποίο εχοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Θηβαΐδος με τη συμμετοχή πολλών Ιερέων από την Φθιώτιδα και από άλλες Μητροπόλεις που εν τω μεταξύ είχαν έρθει με πολλά λεωφορεία.   Κατά την διάρκεια της αρτοκλασίας που έγινε στη φιάλη της Ιεράς Μονής ο Σεβασμιώτατος Ποιμενάρχης μας κ. Νικόλαος προσεφώνησε τον Σεβασμιώτατο κ. Πορφύριο, τον ευχαρίστησε για την παρουσία του και αφού αναφέρθηκε δι’ ολίγον στην ιστορία της ιεράς Εικόνος τον παρεκάλεσε να κηρύξει τον …