Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Μουσείο Γουλανδρή - Έκθεση Φωτογραφίας 2012

Το θέμα της έκθεσης είναι: Ταξιδεύοντας στη Γη. Θα πραγματοποιηθεί από 10 έως και 27 Μαΐου 2012, στους χώρους του Κέντρου Γαία (Όθωνος 100, Κηφισιά).

«Ταξιδεύοντας στη Γη: Συμβολή της φωτογραφικής τέχνης στους σκοπούς του Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας» την Πέμπτη 10 Μαΐου 2012, στις 19.30, στο Κέντρο ΓΑΙΑ.

21 διακεκριμένοι φωτογράφοι, προσφέρουν επιλεγμένα έργα τους προκειμένου να στηρίξουν την προσπάθεια του Μουσείου Γουλανδρή για την προστασία του περιβάλλοντος, τη συνεχή έρευνα, εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση του κοινού.

Οι φωτογράφοι που θα συμμετάσχουν είναι οι: Ζέτα Αντσακλή, Κατερίνα Βαφειά, Τάσος Βενετσανόπουλος, Κώστας Βέργας, Τάσος Βρεττός, Γιώργης Γερόλυμπος, Φιόνα Ζάκκα, Νάνυ Ζαρικιάν, Κατερίνα Καλούδη, Γιάννης Κόντος, Πάνος Κοκκινιάς, Ηλίας Κοσίντας, Ευγενία Κουμαντάρου, Ξένια Λεκανίδη , Λίζυ Μανωλά, Νίκος Μάρκου, Στέλλα Νάστου, Ιωάννα Νικολαρεϊζη, Ιωάννα Ράλλη, Ανούσκα Ραφαήλ, Ιωάννης Τζώρτζης.

Τα έσοδα από τις πωλήσεις των φωτογραφιών θα διατεθούν υπερ του Μουσείου.

Πληροφορίες: 210-8015010.


Παραμένει «άγονη» η αγροτική οικονομία


Της ΡΙΤΑΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ
Χωρίς καινοτομία, χωρίς τεχνολογική υποστήριξη, η ελληνική αγροτική χώρα στρέφεται στο φτηνό μεροκάματο, σε λύσεις κοντόφθαλμες, για να καλύψει τον επιούσιο. Η ελληνική πολιτεία δεν φάνηκε να παραδειγματίζεται από την κατασπατάληση κοινοτικών πόρων ύψους 150 δισ. ευρώ, που αφειδώς εισρέουν στην Ελλάδα από το 1980, πολλοί εκ των οποίων είτε κατασπαταλήθηκαν είτε έμειναν στα συρτάρια κάποιων υπουργείων ανεκμετάλλευτοι.

Οι βασικές επιδοτήσεις που δόθηκαν σε υπηρεσίες και εμπόριο οδήγησαν στη σημερινή στρατιά ανέργων, καθώς η Ελλάδα στηρίζεται ακόμη και για τη σίτιση των κατοίκων της, σε βασικά αγροτικά αγαθά, στις εισαγωγές. Αντιμέτωπη με σωρεία προβλημάτων, η Ελλάδα αποδέχτηκε ότι ο μοναδικός φταίχτης για την έλλειψη ανταγωνιστικότητας των αγαθών της προήλθε από τα υψηλά μεροκάματα.

Τα προγράμματα από τα διαρθρωτικά ταμεία (ΚΠΣ και ΕΣΠΑ) αλλά και τα δάνεια της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων δεν στάθηκαν αρκετά για να δημιουργήσουν έναν ανταγωνιστικό κλάδο, που δύο δεκαετίες μετά παλεύει να εξασφαλίσει τον επιούσιο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αρμοδίων, λιγότερο από το 10% των κονδυλίων έχει διατεθεί για τη στήριξη των ανάλογων διαρθρωτικών προγραμμάτων, ενώ η Ελλάδα σήμερα δεν καλύπτει παρά μόνο το 17% των αναγκών της.

Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία του ΕΛΓΟ (Ελληνικός Γεωργικός Οργανισμός), ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο οι Έλληνες που ενδιαφέρονται να δραστηριοποιηθούν στον τομέα της αγροτικής οικονομίας. Ήδη από τα μέσα του 2006 υπήρξε μια τάση κυρίως από νέους να προσεγγίσουν έναν τομέα της εθνικής οικονομίας που κάποτε υπήρξε η ατμομηχανή και σήμερα δεν καλύπτει ούτε τις βασικές ανάγκες της χώρας.

Με τη δημιουργία ενός φορέα της ΠΕΝΑ (Πανελλήνια Ένωση Νέων Αγροτών) τα προβλήματα έρχονται στην επιφάνεια, για να διαπιστωθεί μια ακόμη φορά πως τίποτε δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει. Η «μαζική υστερία» για στροφή και ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας αναδεικνύει τη ρηχότητα των αποφάσεων.

Το αντίθετο απ’ ό,τι ισχύει σε ανεπτυγμένες στα αγροτικά χώρες, η πολιτεία είναι χωρίς στρατηγική, χωρίς κατεύθυνση, με κατακερματισμένο τον αγροτικό επαγγελματικό χώρο. Τα αποτελέσματα θα αποδομήσουν την προσπάθεια. Ήδη τα πρώτα μηνύματα από τον φορέα των «νέων αγροτών» δεν είναι ενθαρρυντικά και όπως επισημαίνεται: «Ο ανορθολογικός κατακερματισμός του αγροτικού επαγγελματικού χώρου σε 4-5 υπουργεία, τη στιγμή που για άλλους εξίσου σημαντικούς τομείς δημιουργούνται one stop εξυπηρετήσεις, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ηθελημένη αντιαγροτική προσπάθεια. Με τα σημερινά δεδομένα οι ‘Νέοι Αγρότες’, για να επιλύσουν ζητήματα που άπτονται του τομέα της γεωργίας, πρέπει να προσεγγίσουν 3-4 υπουργεία και δεκάδες βουλευτές, για να ευελπιστούν ότι το θέμα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό επαρκώς. Γεγονός που, όπως εξηγούν οι ίδιοι, αποτελεί στην ουσία προσπάθεια απαξίωσης και έλλειψη σεβασμού του ρόλου του αγροτικού κόσμου». Όπως επισημαίνουν, στην Ελλάδα οι αγρότες (35%) είναι περίπου 300.000 και εισπράττουν 2 δισ. ευρώ από το σύνολο της αγροτικής παραγωγής, που ανέρχεται σε 9,7 δισ. ευρώ.

Τα υπόλοιπα 7,7 δισ. ευρώ τα παίρνουν οι ετεροαπασχολούμενοι (δημ. υπάλληλοι, γιατροί, δικηγόροι, ελεύθ. επαγγελματίες, βιοτέχνες, ιδιοκτήτες καταστημάτων κ.ά.).

Την ίδια ώρα, υπολογίζονται ότι είναι περισσότεροι από 1.100 οι συνεταιρισμοί που έχουν καταθέσει τα χαρτιά τους στην Εποπτική Αρχή, για να εγγραφούν στο Μητρώο Αγροτικών Συλλογικών Οργανώσεων (ΣΑΟ), που είχε θέσει ως προϋπόθεση ο νόμος Σκανδαλίδη, για να ελεγχθούν και να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους.

Στρατηγική ΠΟΠ

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται φέτος, από την εποχή που n Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε, για πρώτη φορά, καθεστώς για προϊόντα με προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ). Στόχος ήταν να παραχθούν και να προστατευτούν παραδοσιακά ποιοτικά προϊόντα, που αποτελούν πολιτισμικό διατροφικό κεφάλαιο της Ευρώπης. Το γεγονός έδινε την ευκαιρία σε παραγωγούς, ακόμη και απομακρυσμένων περιοχών, να πετύχουν καλύτερες τιμές στην αγορά και v’ αποφευχθούν παραπλανήσεις και νοθεία, προς όφελος των καταναλωτών.

Η Ελλάδα, εκτός από το ελαιόλαδο, διαθέτει όσπρια, ξηρούς καρπούς, τυροκομικά, οπωροκηπευτικά που μπορούν να αποτελέσουν Προϊόντα Προστατευόμενης Γεωγραφικής ένδειξης. Οι Ευρωπαίοι εταίροι φαίνεται να μας γυρίζουν την πλάτη ακόμη και σε δευτερεύοντα γι’ αυτούς αιτήματα. Χρόνια η Ελλάδα αγωνίζεται να δικαιωθεί ακόμη και για τα αγροτικά προϊόντα της, διεκδικώντας το αυτονόητο. Την αναγνώριση και την κατοχύρωση προϊόντων «ΠΟΠ», όπως το ούζο, η φέτα, το λάδι κ.ά. Για μία ακόμη φορά έγινε λόγος για τα ισχυρά lobbies που διαχειρίζονται τα συμφέροντα πολυεθνικών εταιρειών.

Οι άνθρωποι των Βρυξελλών έχουν εκφράσει στην «Ι» τη δική τους άποψη, αναφέροντας την πλημμελή παρακολούθηση από ελληνικής πλευράς της πολιτικής και της νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει συνέπεια η χώρα να εξακολουθεί να διατηρεί περιφερειακό ρόλο, από την εποχή της ΕΟΚ. Από άγνοια, ή υπεροψία, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν παθητικό ρόλο στα ευρωπαϊκά δρώμενα. Σε πολλές περιπτώσεις αρνήθηκαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις μας ως κράτους-μέλους.

Μειώνονται οι ενισχύσεις

Από το 2013, όμως, η ενίσχυση για τη χώρα μειώνεται σημαντικά (κατά 10%) και η στήριξη θα εστιαστεί κυρίως σε παραγωγές με βάση τα περιβαλλοντικά κριτήρια. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της ΚΑΠ, τα κονδύλια για την ελληνική παραγωγή (που σήμερα καλύπτουν το 1/3 των εσόδων) θα περιοριστούν σημαντικά.

Περισσότερο από κάθε άλλη φορά αδύναμη είναι η Ελλάδα να εκμεταλλευτεί την αυξητική τάση της παγκόσμιας κατανάλωσης σε αγροτικά προϊόντα εξαιτίας της απουσίας κεντρικού σχεδιασμού, με αποτέλεσμα να χάνει δεκάδες εκατ. ευρώ ετησίως. Η κατακερματισμένη δομή, όχι μόνο σε επίπεδο παραγωγής αλλά και επεξεργασίας προϊόντων , δρα αρνητικά στο τελικό κόστος.

Με αποτέλεσμα, ο ανταγωνισμός, εκτός από την επωνυμία, να δίνει και χαμηλή τιμή στο τελικό προϊόν. Η Ελλάδα, τρίτη μεγαλύτερη παραγωγός χώρα ελαιόλαδου, εξακολουθεί να υποθηκεύει το μέλλον ενός από τους πιο δυναμικούς κλάδους, που καλύπτει το 11% της ελληνικής οικονομίας και το 13% της παγκόσμιας παραγωγής. Με συνολική παραγωγή που φτάνει τους 370 χιλιάδες τόνους, η χώρα αρκείται στην εσωστρέφειά της: μόλις το 20% της εγχώριας παραγωγής οδηγείται στην τυποποίηση.

Η έλλειψη οργανωμένης προβολής και διαφήμισης, τα προβλήματα στις συσκευασίες, η δυσεπίλυτη γραφειοκρατία, αλλά και η νοθεία είναι μόνο ορισμένα από τα προβλήματα που απειλούν τα προστατευόμενα προϊόντα. Ταυτόχρονα, οργιάζουν τα προϊόντα απομίμησης, καθώς δεν υπάρχει οργανωμένος ευρωπαϊκός μηχανισμός ελέγχου και άμεσης παρέμβασης, σε περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι εκτός E.E. κυκλοφορούν προϊόντα με παραπλανητικές ετικέτες ελαιόλαδου, φέτας κ.λπ.

http://www.isotimia.gr/default.asp?pid=24&ct=3&artid=111610

Από 100% ελληνικό κριθάρι οι μπύρες της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας το 2014





















Στην υγεία του Έλληνα αγρότη «κερνάει» τον καταναλωτή η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, η μεγαλύτερη ελληνική ζυθοποιία, η οποία προχωράει με ταχείς ρυθμούς ώστε μέχρι το 2014 το σύνολο των περισσότερων εγχώρια παραγόμενων προϊόντων της – Amstel, AΛΦΑ, ΒΙΟΣ 5 αλλά και Heineken- να καλύπτονται στο 100% από ελληνική πρώτη ύλη, από ελληνικό κριθάρι, στο πλαίσιο του προγράμματος συμβολαιακής γεωργίας.

H Aθηναϊκή Ζυθοποιία- η Νο 1 ζυθοποιία της χώρας με μερίδιο 68% στη εσωτερική αγορά ζύθου- έχει θέσει στόχο για το 2012, τη σταθεροποίηση των πωλήσεων στα επίπεδα του 2011(δηλαδή κοντά στα 390 εκατ. ευρώ), παρά την κάμψη που παρατηρήθηκε στο α’ τρίμηνο και η οποία άρχισε να καλύπτεται στη περίοδο του Πάσχα και μετέπειτα.

Όπως τονίστηκε σε ανοικτή συνέντευξη Τύπου, που δόθηκε από τον διευθυντή επικοινωνίας Μηνά Μαυρικάκη στο βιομηχανικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης, η εταιρεία συνεχίζει την πορεία της αναπτυξιακά, με επενδύσεις 25 εκατ. ευρώ το 2012 σε μηχανολογικό εξοπλισμό, νέες συσκευασίες και περιβαλλοντικά προγράμματα, ενώ διατηρεί κανονικά σε λειτουργία και τις τέσσερις παραγωγικές της μονάδες και, δεν έχει κάνει ούτε μία απόλυση, παρότι η αγορά ζύθου επηρεάζεται από την μείωση στη ζήτηση για το προϊόν που ποσοστιαία υπολογίζεται στο 10%-15%.

Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία, υπογραμμίστηκε, σαν leader της εγχώριας αγοράς, επενδύει στην ανάπτυξη του κλάδου καθώς υπάρχουν μεγάλα περιθώρια αύξησης της κατά κεφαλήν κατανάλωσης, παρότι το 2011 μειώθηκε, συγκυριακά, στα 32 λίτρα/ άτομο, από 38 λίτρα/άτομο το 2010. Όλα δείχνουν, προστέθηκε, ότι το 2012 η κατανάλωση σταθεροποιείται στα περυσινά επίπεδα, ενώ θεωρείται βέβαιη η αύξηση στα επόμενα χρόνια, με δεδομένη τη μέση κατανάλωση στην υπόλοιπη Ευρώπη, στα 65-70 λίτρα/άτομο ανά έτος.

Βέβαια, η οικονομική κρίση, είχε σαν αποτέλεσμα και την αύξηση της κατανάλωσης στο σπίτι και τη μείωση της κατανάλωσης σε καφέ και χώρους εστίασης, έτσι που η σχέση αυτή από 60%-40%, διαμορφώνεται στο 55%-45%.

Συμβολαιακή γεωργία

Για την Αθηναϊκή Ζυθοποιία, το πρόγραμμα συμβολαιακής γεωργίας για την προμήθεια κριθαριού από Έλληνες γεωργούς, είναι βασική επιδίωξη στο στόχο για καθετοποίηση της παραγωγής. Από το 2008 που άρχισε το πρόγραμμα, μέχρι σήμερα, η εταιρεία έχει συνολικά προμηθευτεί περίπου 50.000 τόνους ελληνικού κριθαριού, αξίας 10 εκατ. ευρώ. Το πρόγραμμα βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, έτσι που το 2012 η εταιρεία εκτιμά ότι θα προμηθευτεί 25.000 τόνους α’ ύλης από Έλληνες παραγωγούς, έναντι 8.000 τόνους το 2010 και 9.600 τόνους πέρσι, ενώ ο στόχος για προμήθεια 60.000 τόνων ελληνικού κριθαριού και παραγωγή από 100% εγχώρια α’ ύλη, έχει χρονικά τοποθετηθεί το 2014.

Η εταιρεία, στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, συνεργάζεται με ετήσια συμβόλαια, με 1.100 Έλληνες παραγωγούς, μέχρι σήμερα, ενώ έχει δημιουργήσει και 320 νέες θέσεις εργασίας. Για την εξασφάλιση γενετικού υλικού υψηλής ποιότητας και απόδοσης, η Αθηναϊκή Ζυθοποιϊα συνεργάζεται με πανεπιστημιακά ιδρύματα ενώ διατηρεί και τρεις πειραματικούς αγρούς σε Νιγρίτα, Λειβαδιά και Λάρισα.

Για την εταιρεία αλλά και τον Έλληνα αγρότη, το πρόγραμμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, αν ληφθεί υπόψη ότι το 98% των πωλήσεων της Αθηναϊκής Ζυθοποιϊας, γίνεται από τις μπύρες που παράγονται στη χώρα μας, ενώ οι εισαγόμενες αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό μερίδιο πωλήσεων.

Παραγωγή και εξαγωγές

Στο παραγωγικό δυναμικό του ολλανδικού ομίλου της Heineken, με τα 10 βυνοποιϊα παγκόσμια, η Ελλάδα με την Αθηναϊκή Ζυθοποιία, συμμετέχει με δύο βυνοποιϊα από τα οποία το ένα βρίσκεται στο βιομηχανικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης.

Όπως είπε ο διευθυντής του εργοστασίου Θεσσαλονίκης κ. Γιώργος Μόσχου, από εδώ πραγματοποιούνται σημαντικές εξαγωγές σε έξι χώρες των Βαλκανίων, με μεγαλύτερη αγορά την αλβανική. Την προηγούμενη μάλιστα εβδομάδα άρχισε η παραγωγή στη μονάδα της ΒΙΠΕ Σίνδου και της Fustenbrau, μπύρας για τις αγορές του εξωτερικού, ενώ μέσα στο 2012 θα αρχίσει και η εξαγωγή βύνης στη Ρουμανία, σε ζυθοποιία του ομίλου της Heineken.


http://www.paseges.gr



1.321.500 € για τη λειτουργία Κέντρων Μελισσοκομίας

Δαπάνες ύψους 1.321.500 € εγκρίθηκαν για την εφαρμογή της λειτουργία Κέντρων Μελισσοκομίας, στο πλαίσιο υλοποίησης του προγράμματος βελτίωσης των συνθηκών παραγωγής και εμπορίας των προϊόντων της μελισσοκομίας έτους 2012.

Συγκεκριμένα, με την με αριθμό 1446/52524 υπουργική απόφαση, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1533/Β/8 – 5 – 2012, σε εφαρμογή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 4 της υπ’ αριθμ. 736/1194/41458/03−04−2012 ΚΥΑ (ΦΕΚ 1177Β΄), εγκρίνεται για το έτος 2012 η μεταφορά:

ποσού συνολικού ύψους εξήντα χιλιάδων Ευρώ (60.000 €) από την δράση 3.1 «Εξοπλισμός για τη διευκόλυνση των μετακινήσεων (Αντικατάσταση κυψελών)» στην δράση 1.1 «Λειτουργία Κέντρων Μελισσοκομίας» και
ποσού συνολικού ύψους εξηνταμίας χιλιάδων πεντακοσίων Ευρώ (61.500 €) από την δράση 3.2 «Οικονομική στήριξη της νομαδικής μελισσοκομίας» στην δράση 1.1 «Λειτουργία Κέντρων Μελισσοκομίας».

Ως εκ τούτου, για την υλοποίηση της δράσης 1.1 «Λειτουργία Κέντρων Μελισσοκομίας» έτους 2012 εγκρίνεται συνολικά το ποσό του ενός εκατομμυρίου τριακοσίων εικοσιμίας χιλιάδων πεντακοσίων Ευρώ (1.321.500 €), το οποίο ανά Κέντρο Μελισσοκομίας κατανέμεται ως εξής:

Αττικής: 84.513,76
Πειραιά και Κυκλάδων: 88.602,31
Κεντρικής Μακεδονίας: 121.945,00
Δυτικής Μακεδονίας: 69.090,20
Αν. Μακεδονίας – Θράκης: 93.898,89
Θεσσαλίας: 91.435,70
Στερεάς Ελλάδας: 85.977,32
Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας :76.630,00
Δυτικής Ελλάδας: 75.549,67
Πελοποννήσου: 45.750,00
Κρήτης: 82.277,20
Χαλκιδικής: 115.016,45
Βορείου Αιγαίου: 90.600,00
Δωδεκανήσου: 80.041,00
Θάσου και Καβάλας: 37.876,50
Γραφείο ΟΜΣΕ: 82.296,00





Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

«Ψίχουλα» οι επιδοτήσεις που εισπράττει η πλειοψηφία των ελλήνων γεωργών και κτηνοτρόφων

Έναν μέσο μηνιαίο μισθό Γερμανίας εισπράττει το 65,39% των Ελλήνων αγροτών ως ετήσια επιδότηση, ενώ ένας στους τρεις αγρότες εισπράττει βοήθημα τύπου ... επιδόματος ανεργίας στην Ελλάδα του 2012, δηλαδή ένα ποσό κάτω από 500 ευρώ το χρόνο.
Μικρά ως επί το πλείστον ποσά που δεν φτάνουν να καλύψουν, όχι βέβαια τις καλλιεργητικές δαπάνες για την εκμετάλλευσή τους και το «αλμυρό» κόστος παραγωγής, πόσο μάλλον καθημερινές βιοποριστικές ανάγκες, εισπράττουν οι έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι με τη μορφή ... τσεκ από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάθε χρόνο.

Οι επιδοτήσεις που κάθε λίγο και λιγάκι μπαίνουν στο «στόχαστρο» του κάθε αδαούς περί τα αγροτικά και φέρονται να μετέτρεψαν αγρότες - κτηνοτρόφους σε αντιπαραγωγικά στοιχεία, αποδεικνύεται στην πράξη και με βάση επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι για την πλειοψηφία των δικαιούχων, δεν είναι παρά μόνον ένα μικρό βοήθημα.

Ειδικότερα και σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποσοστό 65,39% των Ελλήνων αγροτών και κτηνοτρόφων, δηλαδή 549,050 παραγωγοί εισέπραξαν το οικονομικό έτος 2010 άμεσες κοινοτικές ενισχύσεις (Καν. 1782/2003 και 73/2009) μικρότερες των 2.000 ευρώ.

Ακόμα πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία, αφού μαρτυρούν πως ένας στους τρεις αγρότες εισέπραξε λιγότερα από 500 ευρώ (278.190 στο σύνολο), ανατρέποντας έτσι τους ισχυρισμούς όσων δεν γνωρίζουν και με ευκολία κατηγορούν τους παραγωγούς, γιατί εισέπραξαν το ... τσεκ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και να σκεφτεί κανείς ότι με αυτό τον τρόπο δεν προκύπτει επιβάρυνση, σε καμιά περίπτωση, για τον κρατικό προϋπολογισμό, αφού τα συγκεκριμένα χρήματα έρχονται εξ ολοκλήρου ... απέξω για να «πέσουν» στην ελληνική αγορά.

Πιο «ευνοημένοι», πάντως, εμφανίζονται 147,780 παραγωγοί από όλη την Ελλάδα, ήτοι το 17,6% που φαίνεται να εισπράττουν ποσά από 2,000 έως 5,000 ευρώ σε ετήσια βάση, ενώ μόλις 88,600 είναι εκείνοι που λαμβάνουν ποσά από 5,000 μέχρι 10,000 ευρώ.

Στον αντίποδα, πενήντα μόλις είναι οι αγρότες και κτηνοτρόφοι σε όλη την επικράτεια που εισπράττουν τη «μερίδα του λέοντος» των αγροτικών επιδοτήσεων που εισρέουν στη χώρα μας, με χρήματα που κυμαίνονται από 100 έως 200,000 ευρώ.
Γενικά το συμπέρασμα είναι ότι οι επιδοτήσεις δεν συνέβαλαν καταλυτικά στη διαμόρφωση του δείκτη που καθορίζει το αγροτικό εισόδημα. Εξάλλου και η ΠΑΣΕΓΕΣ, σε σχετική της έκθεση για τον αγροτικό τομέα, που παρουσίασε το 2011, επεσήμανε πως «σε σχέση με τις δύο βασικές πηγές διαμόρφωσής του αγροτικού εισοδήματος, τις κοινοτικές επιδοτήσεις (άμεσες ενισχύσεις) και τα ακαθάριστα έσοδα από τη διάθεση της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής στην αγορά, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (62%) προέρχονται κατά το 2009 από την πώληση της παραγωγής.

Μάλιστα όπως προκύπτει η αναλογία της εμπορικής αξίας στο ακαθάριστο αγροτικό εισόδημα σε σχέση με εκείνη των άμεσων ενισχύσεων, είναι μεγαλύτερη στις Περιφέρειες της Ηπείρου (72%) και της Πελοποννήσου (70%) και μικρότερη στα Ιόνια Νησιά (44%).

Αξίζει να σημειωθεί ότι επιδοτήσεις εισπράττουν από το 2006 και έπειτα πάνω από 830 χιλιάδες παραγωγοί, βάσει πάντοτε του καθεστώτος ισχύοντος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι παραγωγοί βρίσκονται αυτή την περίοδο σε αναμονή για το τί θα ισχύσει μετά το 2013, και μέχρι το 2020 και προσπαθούν να βρουν διεξόδους μέσω της πώλησης των αγροτικών τους προϊόντων, για να ενισχύσουν το εισόδημα τους.
Ένα εισόδημα που δεν φαίνεται να έχει μείνει ανέπαφο από την κρίση, παρά το γεγονός ότι το ενδιαφέρον για επιστροφή στο ... χωράφι είναι δεδομένο.

Το αγροτικό εισόδημα

Σε σχέση με την εξέλιξη του αγροτικού εισοδήματος, στο διάστημα των τελευταίων ετών οι πραγματικές πρόσοδοι για τους αγρότες μειώθηκαν σημαντικά.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat , ιδιαίτερα έντονη ήταν η μείωση του αγροτικού εισοδήματος κατά το έτος 2008, καταγράφοντας πτώση της τάξεως των 14 ποσοστιαίων μονάδων. Μετά από μία μικρή ανάκαμψη κατά το έτος 2009 (+ 2,1%) το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε εκ νέου σημαντικά τόσο κατά το 2010 (- 8,3%) όσο κατά το 2011 (- 5,3%).

Σωρευτικά, στο διάστημα της εξαετίας 2006-2011 το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα, όπως εκτιμάται από τη Eurostat , μειώθηκε κατά 22,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στο ίδιο διάστημα, συγκριτικά, το αγροτικό εισόδημα στην ΕΕ - 27 αυξήθηκε κατά 19% και στις χώρες της ευρωζώνης κατά 5% περίπου.
Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, που αυξήθηκε κατά 11% το 2008 και κατά 4% περίπου το 2010.

Από την άλλη πλευρά, σημαντική κάμψη καταγράφεται κατά το 2011 στις τιμές παραγωγού ορισμένων σημαντικών προϊόντων της φυτικής παραγωγής, ιδιαίτερα έντονη στο βαμβάκι.

Οι εξελίξεις αυτές κατά το 2011 επέδρασαν αρνητικά στο αγροτικό εισόδημα, εξαιτίας της σημαντικής αύξησης του κόστους παραγωγής (+8,7%) σε σχέση με το 2010, ενώ οι τιμές παραγωγού δείχνουν πτώση (-1,1%), με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένας ιδιαίτερα υψηλός αρνητικός εισοδήματος δείκτης (-9,8%).
Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, όπως εκφράζεται από το μέσο γενικό δείκτη εισροών, ο οποίος αυξήθηκε κατά 11% το 2008 και κατά 4% περίπου το 2010.
Το 2011 η άνοδος του μέσου γενικού δείκτη εισροών (τα έξοδα που κάνει ο αγρότης), σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, καταγράφει νέα σημαντική αύξηση, της τάξεως των 7,5 ποσοστιαίων μονάδων, προερχόμενη κυρίως από τη σημαντική αύξηση στους δείκτες της ενέργειας (17,1%), των ζωοτροφών (11,9%) και των λιπασμάτων (10,7%).

Η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση της δαπάνης για ενέργεια, που αντιπροσωπεύει το 25% και πλέον του συνολικού κόστους των εισροών στον αγροτικό τομέα, συνδέεται και με τη σημαντική αύξηση του αγροτικού τιμολογίου της ΔΕΗ κατά 6% το 2011, ενώ και νέα αύξηση, κατά 9% , επιβλήθηκε το 2012.
Από την άλλη πλευρά, σημαντική κάμψη καταγράφεται στο πρώτο 10μηνο του 2011 στις τιμές παραγωγού ορισμένων σημαντικών προϊόντων της φυτικής παραγωγής, ιδιαίτερα έντονη στα κηπευτικά - με μεγάλη μείωση του δείκτη εκροών τον Οκτώβριο του 2011 στη νωπή τομάτα (-33,9%) και σε ορισμένα άλλα είδη, με συνέπεια την πτώση του γενικού δείκτη εκροών κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Οι εξελίξεις αυτές κατά το πρώτο 10μηνο του 2011 επέδρασαν αρνητικά στο αγροτικό εισόδημα, εξαιτίας της σημαντικής αύξησης του κόστους παραγωγής (+7,6%) σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2010, ενώ οι τιμές παραγωγού δείχνουν αισθητή πτώση (-3,8 %), με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένας ιδιαίτερα υψηλός αρνητικός εισοδήματος δείκτης (-11,4%).

«Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως συνέπεια τη μεγέθυνση της απόκλισης του αγροτικού εισοδήματος από τους μισθούς και τα ημερομίσθια των άλλων τομέων της οικονομίας, όπως οι κατασκευές, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες», έχει επισημάνει η ΠΑΣΕΓΕΣ.

Συμπερασματικά, για τους παραπάνω λόγους, η οικονομική κατάσταση των αγροτών και των επιχειρήσεών τους βρίσκεται σε οριακό σημείο και ήδη αδυνατούν να ανταποκριθούν σε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους (προς Τράπεζες και Δημόσιο), προσπαθώντας να ανταπεξέλθουν στις δαπάνες καθημερινής διαβίωσής τους.

του Αλέξανδρου Μπίκα
από το ένθετο ΠΑΡΑΓΩΓΗ του ΧΡΗΜΑ PLUS

http://www.paseges.gr/el/news/PSihoyla-oi-epidothseis-poy-eisprattei-h-pleiopshfia-twn-paragwgwn


 
Copyright © 2011
ΓΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ