
Στοιχεία προϊστορίας και πρωτοϊστορίας.
Παρότι η αρχαιολογική σκαπάνη δεν δούλεψε ακόμη αρκετά τον βορειοφθιωτικό χώρο, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι στην περιοχή ζούσαν άνθρωποι εδώ και τουλάχιστον 7.000 χρόνια. Ευρήματα που υπάρχουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λαμίας αλλά και αλλού φτάνουν μέχρι και το 5.000 π.Χ.! Η ιστορία της Βόρειας Φθιώτιδας χάνεται στην αχλύν της προϊστορίας και του μύθου και μόνο η αρχαιολογική σκαπάνη θα βοηθούσε στην εξαγωγή ισχυρών συμπερασμάτων. Πρέπει λοιπόν να σκεφτεί κανείς ότι μια σοβαρή και εκτεταμένη έρευνα θα έφερνε στο φως εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αποδείξεις για τον τρόπο ζωής εκείνων των ανθρώπων που έζησαν στην περιοχή πριν χιλιάδες χρόνια. Ισχυρότερες ενδείξεις υπάρχουν στην περιοχή του Δήμου της Θεσσαλιώτιδας όπου γίνονται ανασκαφές σε «Μαγούλες» (προϊστορικούς οικισμούς) και στις περιοχές της Εκκάρας, της Μελιταίας όπου βρέθηκαν νεολιθικά, πρωτοελλαδικά και μεσοελλαδικά όστρακα, του προϊστορικού οικισμού της Ομβριακής, στη λίμνη Ξυνιάδα, όπου παλαιότερα υπήρχαν ευρήματα σε ανασκαφή, αλλά και στην περιοχή της Παναγιάς όπου πρόσφατα βρέθηκαν αντικείμενα της πρωτοελλαδικής περιόδου, όπως μύλοι άλεσης σιτηρών (Μυλόλιθοι) και διάφορα ειδώλια τα οποία εκτείθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Λαμίας. Αν σκεφτεί κανείς ότι η κοντινότερη γειτονιά της, η περιοχή της Θεσσαλίας είναι πλουσιότατη σε νεολιθική κατοίκηση, τότε μπορεί βάσιμα να υποθέσει ότι ορισμένες θέσεις της περιοχής κατοικούνται από την Νεολιθική περίοδο χωρίς διακοπή. Στη μελέτη «Γεωφυσική διασκόπηση στη θέση Κουτρουλού-Μαγούλα πλησίον του Νέου Μοναστηριού (Ν. Φθιώτιδας»), οι Καθηγητές Γρηγόριος Τσόκας (Τμήμα Γεωλογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης) Γεώργιος Βαργεμέζης, Αλέξανδρος Σταμπολίδης, Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα (Αρχαιολόγος, Υπουργείο Πολιτισμού, Διευθύντρια Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων) αναφέρουν: «Η θέση ευρίσκεται στα βόρεια όρια του Νομού Φθιώτιδας και φιλοξενεί θαμμένα ερείπια της Νεολιθικής Εποχής. Συγκεκριμένα, εξερευνήθηκε έκταση 10600 m2 με τη μέθοδο της γεωηλεκτρικής χαρτογράφησης, η οποία περιβάλλει τον ήδη ανασκαμμένο χώρο από τη ΙΔ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Στόχος της έρευνας ήταν η ανίχνευση θαμμένων αρχιτεκτονικών λειψάνων στις συγκεκριμένες θέσεις, κοντά στην ανασκαφή, και η κατά το δυνατόν χαρτογράφησή τους με σκοπό την περαιτέρω ανασκαφική έρευνα….Εντοπίζονται ανωμαλίες στην κατανομή της υπεδάφιας ηλεκτρικής αντίστασης πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν θαμμένα πιθανά αρχαία οικοδομικά λείψανα. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται κυρίως από το γεωμετρικό σχήμα των ανωμαλιών που καταγράφηκαν, το οποίο αντανακλά το σχήμα των υπεδάφιων δομών που τις προκάλεσαν. Η δομική διεύθυνση που αποτυπώθηκε στο γεωφυσικό χάρτη συμφωνεί με αυτή που απεκάλυψε η ανασκαφική έρευνα. Το αποτέλεσμα, συνολικά κρινόμενο, μπορεί να θεωρηθεί ότι δίνει μια εικόνα η οποία προσομοιάζει την κάτοψη των δομών που προκαλούν την ανώμαλη κατανομή της ποσότητας που χαρτογραφήθηκε. Αυτή η εικόνα είναι κοντά σε αυτό που θα προέκυπτε αν γίνει ανασκαφή και αποτυπωθεί η κάτοψη των ερειπίων. Ήδη άρχισε η ανασκαφική έρευνα βάσει των αποτελεσμάτων της γεωφυσικής διασκόπησης και εκτιμάται ότι τα αρχιτεκτονικά ευρήματα θα ανταποκρίνονται στα αποτελέσματα της έρευνας». Επίσης η κα Κυπαρίσση περιγράφει την ανασκαφή σε μια άλλη κοντινή Μαγούλα: «Η Μαγούλα Ίμβρου Πηγάδι σκάβεται παράλληλα με άλλη γειτονική της, την Κουτρουλού Μαγούλα, με την οποία όπως φαίνεται συμπίπτουν χρονικά, ανήκοντας και οι δύο στη Μέση Νεολιθική. Σκοπός αυτής της έρευνας είναι η σύγκριση δύο σύγχρονων οικισμών, και όπως φαίνεται υπάρχουν ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές. Στη Μαγούλα Ίμβρου Πηγάδι έχει ερευνηθεί στρωματογραφικά επίχωση 6μ. περίπου, χωρίς να έχει εντοπιστεί ακόμη παρθένο έδαφος, με πλινθόκτιστους τοίχους, πολλαπλά επάλληλα δάπεδα χρήσης και εστίες φωτιάς, με πλήθος κεραμεικής και κινητών ευρημάτων που δίνουν πληροφορίες για έναν οργανωμένο, οικονομικά και κοινωνικά τρόπο ζωής. Ραδιοχρονολογήσεις που έγιναν σε δείγματα των ανωτέρων και κατωτέρων στρωμάτων τοποθετούν την όλη εγκατάσταση στη διάρκεια της Μέσης Νεολιθικής». Επίσης οι κυρίες, Ελένη Φρούσσου (Αρχαιολόγος, ΙΔ΄ ΕΠΚΑ), Σοφία Δημάκη (Αρχαιολόγος Α', ΙΔ΄ ΕΠΚΑ) αναφέρουν ότι : «Σε ανασκαφές που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τις τελευταίες δεκαετίες στο Νέο Μοναστήρι Φθιώτιδας, στο χώρο της προϊστορικής μαγούλας "Ταψί", που συνέχισε να κατοικείται και κατά την εποχή του Σιδήρου και τους ιστορικούς χρόνους, εμφανίζεται σε μεγάλο ποσοστό σε επιχώσεις της Γεωμετρικής και Αρχαϊκής περιόδου τροχήλατη τεφρή κεραμεική». Κατά την αποξήρανση της λίμνης Ξυνιάδος σύμφωνα με μαρτυρίες βρέθηκαν μπηγμένοι ξύλινοι πάσσαλοι προφανώς ίχνη λιμναίου οικισμού. Ως πρώτοι κάτοικοι της περιοχής φέρονται οι Πελασγοί, κάτι το οποίο φαίνεται και από την ύπαρξη Πελασγικών ή Κυκλώπειων τειχών, καθώς και από τα ονόματα των αρχαίων πόλεων της περιοχής. Η ύπαρξη φρουρίων και Πελασγικών τειχών στις πόλεις Θαυμακός, Πρόερνα, Εκκάρα, Μελιταία, Φυλιαδώνα, Πύρρα, Ερινεό, Αγγειές, Ξυνία κ.λ.π. μαρτυρούν την ύπαρξη των Πελασγών ως πρώτων κατοίκων. Το βέβαιο όμως είναι ότι, κατά τη διάρκεια της Υστεροελλαδικής εποχής (1600-1100 π.Χ.) αποτελούσε το ζωτικότερο τομέα της «εριβώλακος Φθίης» της οποίας οι κατοικοί της Αχαιοί έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο μαζί με τους Πανέλληνες! Κατά τον Αρχαιολόγο κο Αντώνη Κοτσώνα, «ο αυξανόμενος αριθμός ευρημάτων που πιστοποιούν τη διακίνηση κεραμικών και μεταλλικών αντικειμένων, επιρροών αλλά και ανθρώπων ανάμεσα στην Κεντρική Ελλάδα και την Κρήτη κατά την Εποχή του Σιδήρου αποτελεί αφορμή για τη διερεύνηση του όγκου και της φύσης των επαφών των δύο περιοχών. Πήλινα αγγεία από την Κεντρική Ελλάδα, έχουν εντοπιστεί στην Κρήτη, ιδίως στην Κνωσό, ενώ κρητικά έργα χαλκουργίας ή η επιρροή τους αναγνωρίζονται σε θέσεις της Κεντρικής Ελλάδας, κυρίως στους Δελφούς. Επιπλέον, όστρακα κυπέλλων κρητικής παραγωγής από τον Κομμό φέρουν graffiti σε διαλέκτους της Κεντρικής Ελλάδας. Με βάση αυτά τα ευρήματα επανεξετάζεται η καθιερωμένη άποψη που θέλει τους Κρήτες και τους κατοίκους της Κεντρικής Ελλάδας (με εξαίρεση τους Ευβοείς) να μην αναπτύσσουν ναυτικές πρωτοβουλίες κατά την Εποχή του Σιδήρου». Ο Δημήτριος Παλαιοθόδωρος (Δρ. Κλασικής Αρχαιολογίας, Διδάσκων Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Τμήμα ΙΑΚΑ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας)….«Στην ανακοίνωση αυτή χαρτογραφείται για πρώτη φορά η διάδοση των γραπτών αγγείων από τα εργαστήρια της Ανατολικής Ελλάδας κατά την ύστερη αρχαϊκή περίοδο (520-480 π.Χ.) στην Στερεά Ελλάδα και την Θεσσαλία. Τα ευρήματα αυτά αντιπαραβάλλονται με αντίστοιχα από την Νότια Ελλάδα και την Πελοπόννησο (Αττική, Αίγινα, Κόρινθος), τα νησιά του Αιγαίου (Ρόδος, Σάμος, Μυτιλήνη κατά κύριο λόγο), αλλά και την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης. Αν και σχετικά ολιγάριθμα, τα ευρήματα αυτά αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικές μαρτυρίες για τις επαφές των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Ανατολικού Αιγαίου με τον χώρο της Κεντρικής Ελλάδας, και μάλιστα σε μια περίοδο που οι σχέσεις μεταξύ των δύο περιοχών τεκμηριώνονται και από τις φιλολογικές πηγές (π.χ. η παρουσία του Ανακρέοντα στην Θεσσαλία). Σημαντική είναι επίσης η μελέτη των ευρημάτων αυτών, που προέρχονται κατά κύριο λόγο από ταφές, σε συνάρτηση και με αντίστοιχα ευρήματα από τα νεκροταφεία της Ρόδου, επειδή οδηγούν στην ασφαλή χρονολόγηση των τελευταίων φάσεων παραγωγής γραπτής κεραμικής στην Ιωνία (ύστερος ρυθμός Φικελλούρων). Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι φάσεις αυτές συμπίπτουν με την ταραγμένη, λόγω της ιωνικής επανάστασης και των πρώτων περσικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη, δεκαετία 500-490 π.Χ.».
Καρέλης Δημήτρης
(Απόσπασμα από το Υπό έκδοση Βιβλίο του, "ΑΧΑΙΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ-χώμα ποτισμένο με Ιστορία...". |