Στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (395-1294 μ.Χ.).

Την 11η Μαΐου του 306 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, ο οποίος από τη ρωμαϊκή σύγκλητο ονομάστηκε Θεός, από την ιστορία Μέγας και από τη χριστιανική Εκκλησία Άγιος και Ισαπόστολος, μεταφέρει την έδρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Ελληνική πόλη Βυζάντιο στο Βόσπορο.
Η πόλη, που στο εξής θα ονομαζόταν από τον ίδιο «Κωνσταντινούπολη», έγινε η νέα πρωτεύουσα προκειμένου οι αυτοκράτορες να βρίσκονται, στο εξής, κοντύτερα στα ευαίσθητα σημεία της αυτοκρατορίας, από τα οποία γίνονταν εισβολές βαρβάρων. Η μεταφορά αυτή είχε σημαντικές επιπτώσεις τόσο στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία – ο λόγος που στο εξής μιλούμε για Βυζαντινή αυτοκρατορία - όσο και στον Ελληνισμό, γιατί η Ελλάδα γίνεται ξανά το επίκεντρο του κόσμου, αφού η Κωνσταντινούπολη, η νέα Ρώμη, ήταν Ελληνική πόλη. Ο Μ. Κωνσταντίνος στη συνέχεια βλέποντας η αυτοκρατορία να σπαράζεται από μεγάλες διαμάχες και διώξεις μεταξύ ελληνιστών (= αυτών που λάτρευαν τους 12 θεούς του Ολύμπου) και χριστιανών, κηρύσσει ανεξιθρησκία το 313 μ.Χ., κάτι που θεωρήθηκε από τους χριστιανούς όλων των λαών της αυτοκρατορίας, οι οποίοι τότε ήσαν κατά πολύ περισσότεροι από τους Ελληνιστές, ως ειρηνική νίκη, αλλά και ως ισοπολιτεία μεταξύ των λαών που αποτελούσαν την αυτοκρατορία αυτή, με επακόλουθο για 1000 και πλέον χρόνια να γνωρίσει εσωτερική ειρήνη και μεγάλη ευημερία. Ο εξελληνισμός του Ανατολικού κράτους άρχισε σιγά-σιγά από τότε που διαλύθηκε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μετά δηλ. το θάνατο του Μ. Θεοδοσίου (395 μ.Χ.). Τότε από τους δύο γιους του ο Ονώριος έγινε αυτοκράτορας στη Δύση και ο Αρκάδιος στην Ανατολή. Τη Βυζαντινή Εποχή η περιοχή παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή, η περιοχή της Φθιώτιδας, με κέντρο τη Λαμία, όπως και αργότερα στην περίοδο της Φραγκοκρατίας.
Επί Μ. Κωνσταντίνου το 323 μ.Χ. τα Φάρσαλα, η Θεσσαλία, καθώς και ολόκληρη η Ελλάδα περιλαμβανόταν στην επαρχία « Ιλλυρικόν », η οποία επί των διαδόχων αυτού απέβη το μήλον της έριδας. Κατά την οριστική διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους από τους υιούς του Θεοδοσίου, η Θεσσαλία και η Φθιώτιδα, υπαγόταν στο ανατολικό τμήμα και αποτέλεσε οριστικά μέρος του Βυζαντινού Ελληνικού κράτους. Η περιοχή, αφού συνήλθε από τις καταστροφές, άρχισε να ευημερεί κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες της Ρωμαϊκής κυριαρχίας. Τότε αριθμούσε, κατά τον Πλίνιο, 75 πόλεις, εκ των οποίων η Λάρισα, η Δημητριάδα, και η Φάρσαλος διατήρησαν το αρχαίο αξίωμα. Αλλά επί Μ. Κωνσταντίνου και των διαδόχων του, η ευημερία της Θεσσαλίας άρχισε να εκλείπει, διότι φοβερά δεινά προέκυψαν, τα οποία άρχισαν από την επιδρομή των Γότθων το 496 μ.Χ. και κατέληξαν ως την Οθωμανική επικράτηση. Οι Γότθοι, με αρχηγό τους, τον Αλάριχο, αφού ερήμωσαν τα πάντα έφθασαν μέχρι την Πελοπόννησο. Αργότερα τα Φάρσαλα και η Θεσσαλία υπέστησαν καταστροφές από τους Ούνους ( 539 – 450 μ. Χ. ), και το 559 μ.Χ. από τον Ζαβεργάν, ηγεμόνα των Κοντρηγούρων, οι οποίοι αποκρούσθηκαν κοντά στις Θερμοπύλες. Στην εποχή του Ιουστινιανού η Θεσσαλία, βρήκε ηρεμία. Από την εποχή αυτή αναγράφεται στον «Συνέκδημο» του Ιεροκλή η Θεσσαλία ως «επαρχία υπό ηγεμόνα», η οποία έχει 17 πόλεις. Αυτές οι πόλεις αναφέρονταν ως εξής : Λάρισα, Δημητριάδα, Θήβες, Εχινός, Λαμία, Ύπατα, Μητρόπολη, Τρίκκη, Γόμφοι, Καισάρεια, Διοκλητιανούπολη, Φάρσαλος, Σαλτοβουραμίσιον, Σαλτοσιόβιος, νήσος Σκιάθος, νήσος Σκόπελα, νήσος Πεπαρίσθος. Ένεκα των αλλεπάλληλων εισβολών των βαρβαρικών φυλών στα Ελληνικά εδάφη ο Ιουστινιανός έκτισε διάφορες πόλεις και τις οχύρωσε, έκτισε φρούρια, τείχη και άλλα οχυρωματικά έργα, που ονομάσθηκαν «κτίσματα». Γι΄ αυτά κάνει λόγο ο ιστοριογράφος Προκόπιος, οποίος αναφέρει ότι «ανανεώθηκαν τα τείχη των Θεσσαλικών πόλεων της Φαρσάλου, των Γόμφων, της Λαρίσης και άλλων». Περί το 577 μ.Χ. πραγματοποίησαν επιδρομή στην Θεσσαλία οι Σλάβοι, οι οποίοι εκδιώχθηκαν από τους Άραβες, αφού κλήθηκαν για βοήθεια από το Βυζαντινό Κράτος. Τα Φάρσαλα λόγω της σπουδαίας γεωγραφικής τους θέσης υπέστησαν εν συνεχεία διά μέσου των αιώνων μεγάλες καταστροφές από τους Σλάβους και τους Βουλγάρους επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου (668 – 685 μ. Χ. ) και επί του Κοπρωνύμου (740-775 μ.Χ.).
Το έτος 986 μ.Χ. η Λάρισα, κατόπιν ηρωικής αντίστασης, έπεσε στα χέρια του Βουλγάρου Σαμουήλ, ο οποίος μετέφερε πολλούς κατοίκους της Λάρισας στα ενδότερα της Βουλγαρίας, και το λείψανο του Αγίου Αχίλλειου στην λίμνη Πρέσπας, όπου είχε την διαμονή του ο Σαμουήλ. Η Θεσσαλία καθώς και η νότια Ελλάδα απαλλάχθηκαν από τους Βουλγάρους επί Βασιλείου Β΄ (976 – 1025 ) κατόπιν της συντριβής των στον Σπερχειό ποταμό το 996 μ.Χ. από τον στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό. Αυτός το 1001 μ.Χ. εξεδίωξε οριστικά τους Βουλγάρους από την Θεσσαλία και ανόρθωσε τα καταστραφέντα τείχη και φρούρια, μεταξύ των οποίων ήταν και αυτά της Φαρσάλου. Το 1018 μ.Χ. ο Βασίλειος Β΄ διέλυσε δια παντός την ισχύ των Βουλγάρων, γι΄ αυτό ονομάσθηκε Βουλγαροκτόνος. Τον 11ο αιώνα η Θεσσαλία και η Φθιώτιδα δέχτηκαν τις επιδρομές των Νορμανδών, που ερήμωσαν τη χώρα και πολιόρκησαν τη Λάρισα. Ο διοικητής του θέματος, Λέων Κεφαλάς αμύνθηκε επί έξι μήνες και με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118 μ.Χ.) έτρεψε σε φυγή τους πολιορκητές. Τους αγώνες κατά των Νορμανδών περιγράφει στο βιβλίο της «Αλεξιάς» η κόρη του Αλεξίου Α', Άννα Κομνηνή, και δίνει αρκετές πληροφορίες για τη Θεσσαλία εκείνης της εποχής.
Σημαντικό εμπορικό κέντρο το 12ο αιώνα ήταν και ο Αλμυρός, όπου είχαν εγκατασταθεί Βενετοί, Πισάτες, Γενουάτες και Εβραίοι έμποροι. Όταν το 1171 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α' Κομνηνός έδωσε διαταγή να συλληφθούν οι Βενετοί της αυτοκρατορίας, οι τελευταίοι μπήκαν σε πλοία και διέφυγαν, αλλά ακολούθησαν τα αντίποινα. Το 1181 μ.Χ. οι Βενετοί επέστρεψαν και λεηλατώντας τα ελληνικά παράλια στο Αιγαίο έφτασαν στη ευρύτερη περιοχή. Την εποχή του Βυζαντίου στην περιοχή αναφέρεται από τον Παναγιώτη Αραβαντινό, οι πόλη της Υπάτης που άκμαζε ιδιαίτερα την εποχή εκείνη: «Ύπατη - Αί Νέαι Πάτραι και Πατρατζίκι, πόλις της Θεσσαλιώτιδος χώρας, ήτις ήκμαζε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους, έχουσα και επίσκοπων υπό τον Λαρίσης, αναδειχθείσα Μητρόπολις κατά την ΙΖ'. εκατονταετηρίδα. Εν ταις αρχαίς του ΙΓ΄αιώνος, κυριευθείσης της Υπάτης υπό των Λατίνων, κάτεσχε και την εκκλησίαν αυτής Επίσκοπος της Λατινικής εκκλησίας μέχρι του 1290, οτε Ιωάννις Άγγελος ο Α΄ περίφημος της Θεσσαλίας δεσπότης κατακτήσας αύτην έκτισε το οχυρώτατον φρούριόν της και κατέστησεν Ορθόδοξον επίσκοπον, εκδιώξας τον Καθολικόν. Επανεκτήθει δε υπό των Λατίνων περί τάς αρχάς του ΙΔ΄ αιώνος και κατά τα μέσα του αυτού αιώνος επανέκτησεν αύτην Ιωάννις ο Άγγελος άλλα περί τα 1377 φαίνεται ότι ή Φθιώτις εν τίτλω δουκείας της Υπάτης, εδιοικείτο ύπο την Δουκείαν των Αθηνών. Επί τις κατακτήσεως των θεσσαλικών χωρών υπό των Τούρκων, εκατεστράφει η αξιόλογος αυτή πόλις, και κατά την τελευταίαν εκατονταετηρίδα άποικοι εκ των Παλαιών Πατρών ενώκισαν εκεί και εκ τούτου ή νεόδμητος πολίχνη ωνομάσθη Νέαι Πάτραι και Πατρατζίκιον. Η πολίχνη αυτή, συμπεριειλημμένη, εις το Ελληνικόν βασίλειον προοδεύει σήμερα δια την εμπορικήν θέσιν της. (1856) (Α. 4. Β'. 52. Γ'. 8. 27. 32).
Γνωστοί ημίν Αρχιερείς της Υπάτης.
Ηρωδίων εις των εβδομήκοντα Αποστόλων κατά τον πρώτον αιώνα.
Λέων, εν το υπέρ του Φωτίου συγκροτηθείση, Συμεών, επί Λέοντος του Σοφού
Νικόλαος, εν τη πατριαρχεία του, Ευθύμιος….' 1666, Αβραάμ μετά τούτον.
Νικηφόρος κατά την ΙΗ΄ εκατονταετηρίδα».
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ., η Θεσσαλία καταλήφθηκε από τους Ενετούς, έπειτα όμως παραχωρήθηκε από αυτούς στον Βονιφάτιο τον Μομφερατικό ο οποίος, αφού κατέλαβε την Λάρισα, κυρίευσε και τις άλλες θεσσαλικές πόλεις.
(Απόσπασμα από το υπό έκδοση Βιβλίο του Δημήτρη Καρέλη, "ΑΧΑΙΑ ΦΘΙΩΤΙΔΑ-χώμα ποτισμένο με Ιστορία...".
|